- περίκομμα
- περί-κομμα, τό, das ringsumher Abgehauene, Kleingehauene, bes. ein Gericht von kleingehacktem Fleisch; komisch übertr., περικόμματα ἐκ σοῦ κατασκευάσω, ich haue dich in Kochstücke
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
περίκομμα — that which is cut off all round neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περίκομμα — το, ΝΑ [περικόπτω] 1. μέρος που έχει κοπεί από μια ολότητα, κομματάκι, απόκομμα 2. (κυρίως για κρέας) κομμάτι από το σώμα σφαγμένου ζώου, κοψίδι 3. περικοπή … Dictionary of Greek
περίκομμ' — περίκομμα , περίκομμα that which is cut off all round neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομματίοις — περίκομμα that which is cut off all round neut dat pl περικομμάτιον neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομματίῳ — περίκομμα that which is cut off all round neut dat sg περικομμάτιον neut dat sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομμάτια — περίκομμα that which is cut off all round neut nom/voc/acc pl περικομμάτιον neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομμάτιον — περίκομμα that which is cut off all round neut nom/voc/acc sg περικομμάτιον neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικομμάτων — περίκομμα that which is cut off all round neut gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικόμμασι — περίκομμα that which is cut off all round neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικόμμασιν — περίκομμα that which is cut off all round neut dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
περικόμματα — περίκομμα that which is cut off all round neut nom/voc/acc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)